ἀταλός

ἀταλός
ᾰτᾰλός
1 tender

πατρὶ Σωγένης ἀταλὸν ἀμφέπων θυμὸν N. 7.91


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αταλός — ἀταλός, ή, όν (Α) Ι. 1. (για νεαρής ηλικίας πρόσωπα ή ζώα) ανάλαφρος, λεπτός, ευαίσθητος 2. νεανικός, ζωηρός 3. τρυφερός, στοργικός 4. υπάκουος, ευπειθής II. επίρρ. ἀταλῶς («ἀταλώτατα παίζει») χορεύει πιο ανάλαφρα στην επιγραφή του Διπύλου).… …   Dictionary of Greek

  • ἀταλός — tender masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άταλος — η, ο αυτός που δεν συμπλήρωσε την ανάπτυξή του, αδύνατος, τρυφερός («άταλο μωρό», «άταλο πουλάρι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. αταλός, με αρχαίο, αναλογικό αναβιβασμό του τόνου] …   Dictionary of Greek

  • ἀταλά — ἀταλός tender neut nom/voc/acc pl ἀταλά̱ , ἀταλός tender fem nom/voc/acc dual ἀταλά̱ , ἀταλός tender fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλαί — ἀταλός tender fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλοί — ἀταλός tender masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλούς — ἀταλός tender masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλᾶν — ἀταλός tender masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλᾶς — ἀταλός tender fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλῇσι — ἀταλός tender fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλῇσιν — ἀταλός tender fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”